Σάββατο, 19 Ιουνίου 2010

sylvia [by Eftychia Panagiotou]

I break our promises, mama.
but today I write to you, it’ s a different day.

in the morning, I did well with the taxis.
the driver seemed to prefer women.
I even got a small raise, for my ideas, they said,
before stressing how young I am.
at noon on the bus, “you still have
a long way to go”, an old lady nostalgically whispered.
she’s been a writer in her youth, now she’s headed
to the airport with a garbage bag,
in her old, formal clothes.
it seems, we’ve traded years, mama; I have grown.
friends know me well as I grow, you
remember me in my former glory.

because I did not keep the promise to tell you everything
I hold back – I want someone to still love me.

the other day some bum called me innocent
and I went home looking for a pill,
- all this irony, mama – to sleep.
I barely eat; ghosts roam my sleep.
but I bought a raincoat for the fresh downpours.

I’ve become a pit of mistakes, mama.
heart empty, coin in pocket
and my mind swirling, unfinished business.
A. told me that my dreams are big
B. told me that I have no grown up dreams
bitter words, I count memories; history.
I lurk with the lamp, mama,
I see a world that does not see.

I made you two drawings to remember me.
I break my promises, mama.
I wish you just knew I’m scared.

σύλβια

αθετώ τις υποσχέσεις μας, μαμά.
όμως σήμερα σου γράφω, η μέρα είναι αλλιώς.

το πρωί, τα πήγα καλά με τα ταξί.
ο οδηγός έδειξε να προτιμάει τις γυναίκες.
πήρα και μια μικρή αύξηση, για τις ιδέες μου, είπανε,
προτού τονίσουνε το πόσο νέα είμαι.
το μεσημέρι στο λεωφορείο, «έχεις μπροστά σου
μεγάλο δρόμο», μια ηλικιωμένη μού ψιθύρισε με νοσταλγία.
στα νιάτα της υπήρξε συγγραφέας, τώρα κυκλοφορεί
με μια σακούλα σκουπιδιών για το αεροδρόμιο,
με τα παλιά, επίσημά της ρούχα.
μου φαίνεται, ανταλλάξαμε χρόνια, μαμά• έχω ωριμάσει.
οι φίλοι με γνωρίζουν καλά στο μεγάλωμά μου, εσύ
θα με θυμάσαι στις παλιές μου δόξες.

γιατί δεν κράτησα την υπόσχεση να σ’ τα λέω όλα
σου κρύβω τα μισά — θέλω κάποιος να μ’ αγαπάει ακόμα.

προχθές κάποιος αλήτης με είπε αθώο κοριτσάκι
και πήγα σπίτι ψάχνοντας για κάποιο χάπι,
από την τόση ειρωνεία, μαμά, για να κοιμάμαι.
τρώω λίγο• στον ύπνο μου κυκλοφορούν φαντάσματα.
όμως, αγόρασα αδιάβροχο για τις καινούργιες μπόρες.

έχω γίνει μια γούβα από λάθη, μαμά.
καρδιά αδειανή, στην τσέπη νόμισμα
και το μυαλό μου στροβιλίζεται, εκκρεμότητα μεγάλη.
ο Α. μού είπε πως τα όνειρά μου είναι μεγάλα,
ο Β. μού είπε πως δεν έχω όνειρα μεγάλων,
λόγια πικρά, μετράω θύμησες· η ιστορία.
παραμονεύω με το κλεφτοφάναρο, μαμά,
κοιτώ έναν κόσμο που δεν κοιτά.

έχω ετοιμάσει δυο ζωγραφιές να με θυμάσαι.
αθετώ τις υποσχέσεις μου, μαμά.
θα ’θελα να ’ξερες απλώς ότι φοβάμαι.


Translated by Lena Kallergi and Vassilis Manoussakis

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου