Τετάρτη, 7 Ιουλίου 2010

Movements [by Ravi Shankar]

For Merce Cunningham

What an endeavor, nine of you
touring in a VW van, bringing new forms
of elasticity into being on stages where the crowd,
if they came at all, would not stay long
enough to realize they were witness to history
in the dancing, conjunctions
of chance in music, sets, steps the likes of which
had never before been choreographed—
Hip jut, asynchronous strut, feline pounce,
convulsive pirouette, collapses,
the appearance of notes on a prepared piano
giving way to silence that was really the sound
of moving feet: women flowing continuously,
men in spurts, around, together, apart,
together, in between, over, around,
with calves stretched, torsos contorted,
wrists flung out from behind ears like freestyle
swimmers squeezing every last ounce
of speed from their long strokes,
not telling a story,
but articulating each movement in full
before falling away, rising into the next instant,
not knowing beforehand how it might feel
to respond to the music,
revealing that in costume, on stage, in motion,
bodies need embody nobody
save beauty.

Στον Μερς Κάνιγκxαμ

Τι εγχείρημα, εννιά από σας
να γυρίζετε μ’ ένα φολκσβάγκεν βαν, φέρνοντας νέες μορφές
ελαστικότητας σε σκηνές όπου τα πλήθη,
ακόμη κι αν έρχονταν, δεν θα έμεναν αρκετά
ώστε να καταλάβουν ότι ήταν μάρτυρες στην ιστορία
του χορού, συνδέσεις
τυχαίες μουσικής, σκηνικών, βημάτων που παρόμοιες
δεν είχαν ποτέ χορογραφηθεί-
Πέταγμα των γοφών, ασύγχρονος βηματισμός, άλμα του
πιρουέτα συστολής, κατάρρευση,
νότες από ένα ‘πειραγμένο’ πιάνο,
να δίνουν τη θέση τους στη σιωπή που ήταν ο αληθινός ήχος
των κινούμενων ποδιών: γυναίκες ρέουσες,
άνδρες με ξεσπάσματα, γύρω, μαζί, χωριστά,
μαζί, ανάμεσα, πάνω, γύρω,
με τεταμένες κνήμες, παραμορφωμένους κορμούς,
καρπούς που πετάγονται από πίσω απ’ τ’ αυτιά σαν τους κολυμβητές του ελεύθερου που αντλούν το τελευταίο
ταχύτητας από τις μακριές απλωτές τους,
χωρίς να αφηγούνται μια ιστορία,
αλλά αρθρώνοντας τέλεια κάθε κίνηση
πριν εξανεμιστεί, πριν υψωθεί στην επόμενη στιγμή,
μη ξέροντας από πριν πώς θα μπορούσε να είναι
ν’ ανταποκρίνεσαι στη μουσική,
αποκαλύπτοντας ότι στα κοστούμια, στη σκηνή, στην κίνηση,
τα σώματα δεν έχουν ανάγκη να ενσωματώσουν τίποτα,
εκτός από την ομορφιά.

(Translated by: Socrates Kabouropoulos)

Costa Rica Animals [by Thanasis Maskaleris]

You, peaceful children of this paradisiac land,

you stare at us, visitors, with the most amiable glances…

You, dogs at Lenny’s and Joan’s hacienda,

who accompany me to my morning wanderings-

you are the most devoted guides I ever had,

rejoicing in my appreciative response…

And you, caged and uncaged birds,

you look at us, puzzled by our human gestures,

as though you want to decipher us…

You are the barking, singing signal givers

initiating us to your terrestrial riches…

You are in harmony with everything around you,

even with us, the intruding strangers.

Here we, wanderers with dissonant psyches,

can attune to the harmony that Nature gives...

You can be our teachers of naturalness and peace,

Toward co-existence with all-

with Mother Earth and all of mankind…

Τα ζώα της Κόστα Ρίκα

Ειρηνικά παιδιά αυτής της γης του παραδείσου

κοιτάτε επίμονα και φιλικά εμάς τους επισκέπτες...

Σκυλιά στου Λένι και της Τζόαν τη χασιέντα

ακόλουθοι χαρούμενοι στις αυγινές μου βόλτες.

Και σεις, πουλιά μεσ’ τα κλουβιά και τ’ άλλα στον αέρα

που αίνιγμα σας φαίνεται η κάθε κίνησή μας

εμάς κοιτάτε επίμονα, ζητάτε ερμηνείες...

Εσείς, τραγούδι και αλύχτισμα

σημάδια μύησης στης γης τους θησαυρούς…

Αρμονικά συμπλέετε με τον περίγυρό σας

αρμονικά ακόμη και με μας, τους εισβολείς σας.

Εμείς πλάνητες, παράτονες ψυχές

να συνηχήσουμε μπορούμε με τη φύση...

Δάσκαλοί μας γίνετε ειρήνης και σιωπής

δάσκαλοι συνύπαρξης ανθρώπων με τη Γης.

(Τranslated by Iossif Ventura and Despina Tomazani)

Τρίτη, 6 Ιουλίου 2010

A Poet Decked out All in White [by Iana Boukova]

One day the poet put on his white suit, his white hat, placed the leashes on his two white dogs and went out into the street. At the kiosk, while getting his change after buying cigarettes, suddenly he said – I love you. Which was something that really annoyed the kiosk vendor. It gravely offended his male pride, his nation’s reputation, and all fourteen generations of his family. And just as he was about to burst out and settle this matter, he saw the poet walking away with a flowery countenance, attracting insects in vain, leaving in his wake irregular traces of blood and ultimate propositions.

(Translated by Richard Pierce and Socrates Kabouropoulos)


Ένα πρωί ο ποιητής φόρεσε το άσπρο του σακάκι, έβαλε το άσπρο του καπέλο, έσφιξε τα λουριά στα δυο άσπρα σκυλιά του και βγήκε στο δρόμο. Και στο περίπτερο, ενώ έπαιρνε τα ρέστα απ τα τσιγάρα ξαφνικά – σ’ αγαπώ, είπε. Κάτι που πείραξε πολύ εκείνον που πουλούσε τα τσιγάρα. Του έθιξε την ανδρική του τιμή, την εθνική του υπόληψη και όλο του το σόι γενεές δεκατέσσερις. Κι ό,τι ήταν έτοιμος να πεταχτεί επάνω για να βάλει τα πράγματα στη θέση τους, είδε τον ποιητή να προσπερνάει, με ανθηρή διάθεση, γοητεύοντας άστοχα όλα τα έντομα, αφήνοντας ξοπίσω του ένα ακανόνιστο αυλάκι γεμάτο αίματα και τελικές προτάσεις.

The Second Door [by Iana Boukova]

when I close my eyes

I am enclosed within myself

such a vast

uninhabited expanse

The exit is at the second door, he told him

and left him totally puzzled

(he was neither a fortune-teller nor a newscaster

nor did he hand out leaflets on the streets)

And there he is, sitting and wondering

whether it is the second to the left

or the second to the right

whether chronologically it is the second

he will try

or if psychologically it is the second one

he imagines

or if philosophically it is the second solution

deriving from the misconception of the first one

or again, if he has already passed

through the first door,

the second one may just be the return

and if in the end he manages to find

the damned door

what the hell will he be getting out of?

The headache gets worse

He holds his head as if it were a newborn

There’s a fridge next to him

it’s having a fit

It has spasms and then calms down

His glass is full and then it’s empty

He’s no longer thinking about doors and exits

"Second” has bewitched him

It reveals to him the mirror

the victim

and words

He thinks: that’s probably how the world began.

A phrase that was accidental

but directed at someone

(Translated by Richard Pierce)


όταν κλείνω τα μάτια

μένω στον εαυτό μου

τέτοιαν απέραντη

ακατοίκητη έκταση

Η έξοδος βρίσκεται στη δεύτερη πόρτα του είπε

και τον άφησε να σπάει το κεφάλι του

(και ούτε μάντης ήταν, ούτε τις ειδήσεις έλεγε

ούτε καν προκηρύξεις μοίραζε στους δρόμους)

Και νάτον τώρα που κάθεται και σκέφτεται

αν είναι η δεύτερη πόρτα από τ’ αριστερά

ή η δεύτερη από τα δεξιά

αν χρονικά είναι η δεύτερη

που θα δοκιμάσει

ή ψυχολογικά είναι η δεύτερη

που φαντάζεται

ή φιλοσοφικά είναι η δεύτερη λύση

που προέρχεται από το λάθος της πρώτης

ή αν ήδη έχει περάσει

από την πρώτη πόρτα

μήπως η δεύτερη είναι κάποια επιστροφή

κι αν στο τέλος καταφέρει και βρει

την καταραμένη την πόρτα

από τι στο διάολο θα βγει

Ο πονοκέφαλος μεγαλώνει

Κρατάει το κεφάλι του σαν νεογέννητο

δίπλα του έχει ένα ψυγείο

το πιάνουν σπασμοί

Τρίζει ολόκληρο έπειτα ησυχάζει

Έχει ένα ποτήρι γεμίζει τελειώνει

Τώρα πια δεν σκέφτεται για πόρτες και εξόδους

Ο αριθμός «δεύτερος» τον έχει μαγέψει

Του δίνει τον καθρέφτη

το θύμα

και τις λέξεις

Σκέφτεται: έτσι θα άρχισε ο κόσμος

Μια φράση

που ειπώθηκε τυχαία

όμως σε κάποιον

Apology on a Monday afternoon [by Iana Boukova]

What is annoying is that most things
taste like snow
That initial taste, the first lukewarm sensation
Perhaps in some remote childhood
or if you are from the distant South
filling your cupped hands
expecting something
not sure what
maybe based on sugar
and good will
But even if you expect nothing
this is another kind of nothing
you don’t expect
anything but this almost metaphysical taste
of water and ashes

In cases like this mankind finds itself
almost one step away
from the invention of ice cream

(Translated by Richard Pierce)


Το δυσάρεστο είναι ότι τα περισσότερα πράγματα
έχουν τη γεύση του χιονιού
Εκείνη την πρώτη γεύση, την πρώτη χλιαρή γουλιά.
Ίσως σε κάποια ξεχασμένη παιδική ηλικία
ή φτάνοντας από τον μακρινό Νότο
γεμίζοντας τις φούχτες σου
περιμένοντας κάτι
αδιευκρίνιστο τι
πιθανόν στη βάση της ζάχαρης
και της καλής θέλησης
Αλλά ακόμα και τίποτα μη περιμένοντας
άλλο κάποιο τίποτα
μη περιμένοντας
όχι αυτή τη σχεδόν μεταφυσική γεύση
νερού και στάχτης

Σε τέτοιες περιπτώσεις η ανθρωπότητα βρίσκεται
σχεδόν ένα βήμα
από την εφεύρεση του παγωτού